Ασκούν μια γοητεία τα παλιά μηχανικά ρολόγια. Ιδιαίτερα να κοιτάς το μέσα τους, το μηχανισμό τους. Τα εκατοντάδες γρανάζια, τ΄ αξονάκια, τους δίσκους. Κι ο ρολογάς μετά, σκυφτός και προσηλωμένος πάνω τους! Με τους λεπτούς του χειρισμούς και το φακό σφηνωμένο στο μάτι, να βυθίζεται στο μικρό τους μέγεθος. Να τα σκαλίζει, να τα λαδώνει, να τους δίνει ζωή. Και να τα κάνει να κινάνε τους δείκτες μπροστά. Τους δείκτες που δείχνουνε το χρόνο.

Οι δυο φίλοι, ο Γιώργος κι ο Θωμάς, είναι δυο ρολογάδες της ζωής. Βρίσκονται, χάνονται, ξανασυναντιούνται. Οι ιστορίες τους, και πρώτα και μετά, διασταυρώνονται. Γονιμοποιεί η μια την άλλη. Κυρίως όμως κινούνται μόνοι τους μέσ΄ το χρόνο. Αυτό έχει σημασία. Το δικό τους, τον προσωπικό τους, χρόνο. Τον ορίζουν. Τον ρυθμίζουν. Καλοί τεχνίτες καθώς είναι, μια στιγμή θα σκεφθούν και θα πασχίσουν να ξεκλειδώσουν το χρόνο γύρω τους. Τον παγωμένο χρόνο γύρω τους.

 

Μαζί με τους άλλους ήρωες ζουν στα όρια του μύθου και της ιστορίας. Είναι μορφές μυθιστορηματικές. Πραγματικά άτομα, καμιά φορά κι υβρίδια, που μετασκευάστηκαν στο χώρο ή αφέθηκαν να κυλήσουν στην τσουλήθρα του χρόνου. Κάθε άμεση αναλογία με τον πραγματικό κόσμο είναι λοιπόν παρακινδυνευμένη, ίσως κι αυθαίρετη. Πραγματικός είναι, χωρίς μετασκευή τώρα, κι ο περίγυρός τους. Η Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Στον αστερισμό του πεπρωμένου κατοικεί κόσμος πολύς. Κατοικούν κι ο Τάσος, ο κύριος διευθυντής, ο Βάγγος, η Μάρω, ο Γιάννης, η καημένη η κυρία Φρόσω, ο Βασίλης κι ο ογκώδης θείος του. Ασφαλώς διαφέρουν μεταξύ τους, άλλοι είναι καλοί, άλλοι είναι κακοί, άλλοι είναι τρισάθλιοι. Μοιάζουν όμως όλοι σε τούτο: γρανάζια ακριβείας ρυθμίζουν τη ζωή τους.

Ο Αμύντας, η Μυρτώ κι ο Μιχάλης ανήκουν στους λίγους, τους σπάνιους. Ξεφύγανε και δραπετεύσανε απ τον αστερισμό της τύχης, ταξιδέψανε και φτάσανε σ΄ άλλον πλανήτη, μακρινό. Εκεί που υπάρχει μόνο ατέλειωτη ομορφιά κι αστείρευτη δύναμη. Ατσάλινοι σαν τον Άρη, όμορφοι σαν την Αφροδίτη και τον Απόλλωνα. Καταφέρνουν τ΄ ακατόρθωτα και τα υπεράνθρωπα. Περιγελούν την τύχη και τα γρανάζια της. Κι αυτή τότε οργίζεται, που έτσι την αψηφούν και την περιφρονούν. Φωνάζει και την κακία και το φθόνο για να τη βοηθήσουν. Που τόσο αφθονούν ανάμεσα στους κατοίκους των αστεριών της. Όπου τους βρουν, τους τρεις τους, τους εκδικούνται.

Όμως η Μυρτώ βασανίζεται στον πλανήτη της ομορφιάς και της δύναμης. Βασανίζεται όχι βέβαια για κάποια νοσταλγία του κόσμου της τύχης ή γιατί τη λύγισε η μανία κι η εκδίκησή της. Άτρωτη παραμένει απέναντι σ΄ όλα αυτά. Βασανίζεται μόνο γιατί χάνεται το φεγγάρι απ΄ τον ουρανό του πλανήτη της.

Η ιστορία μας είναι η ιστορία της απόδρασης της Μυρτώς απ΄ τον πλανήτη της ανείπωτης ομορφιάς και της αστείρευτης δύναμης. Είναι για το περπάτημα και την περιπλάνησή της σ΄ αστρικό μονοπάτι, αλλιώτικο. Είναι για τα βήματά της πάνω στα πιο στέρεα υλικά που έχουν ποτέ υπάρξει για τέτοια, μακρινά, ταξίδια. Στις νότες και τη μουσική. Που γι' αυτό και γεννήθηκαν. Για να δείχνουν το δρόμο όταν τελειώνουν τα λόγια.

Η ιστορία μας είναι η ιστορία της απόδρασης της Μυρτώς απ΄ τον πλανήτη της ανείπωτης ομορφιάς και της αστείρευτης δύναμης.

Στον πλανήτη του φεγγαριού και της αρμονίας.

 

Όταν ξεκίνησα να γράφω το Φεγγαρόφωτο είχα στο νου μου να πω μια αρκετά διαφορετική ιστορία. Είχα επιλέξει κι άλλο τίτλο, τελείως άσχετο και διαφορετικό. Στο δρόμο είδα ότι έβγαιναν οι λέξεις μόνες τους. Αβίαστα. Σαν κάτι, πέρα απ΄ τον έλεγχο μου να τις υπαγόρευε. Αυτό ήταν μια μεγάλη έκπληξη. Ήταν όμως κυρίως βαθιά κι αλλόκοτη χαρά.

Δεν μπορώ να πω πολλά άλλα για το παράξενο κι αυτόματο αυτό γράψιμο. Μου πέρασε μόνο απ΄ το μυαλό ότι αφού γράφηκε έτσι το βιβλίο, αυτόματα κι όχι σκηνοθετημένα, ίσως και να 'ναι αυτοβιογραφικό. Όχι βέβαια τα περιστατικά και τα ονόματα. Αλλά οι ιδέες, τα συναισθήματα, τα απωθημένα, οι επιθυμίες, οι αποτυχίες κι οι επιτυχίες που διηγείται.

Zω, στη χώρα μας, μέσα σε ένα έλλειμμα λογικής. Έτσι το νοιώθω. Σε μια, συχνά βασανιστική, κρίση του ορθού λόγου. Την προσλαμβάνω ως κυρίαρχο στοιχείο του δημόσιου βίου. Την αξιολογώ ως ιδιαίτερα αρνητική, με σημαντικές επιπτώσεις στη συνεννόηση μεταξύ μας, στη σύνθεση και τη λήψη αποφάσεων. Τη θεωρώ ομοιόμορφα διεισδυτική, σε όλο το ιδεολογικό φάσμα, χωρίς οι πολιτικές απόψεις να καταφέρνουν να διαφοροποιηθούν ιδιαίτερα ως προς τις αντοχές τους ή τις αντιστάσεις που προβάλλουν.

Ζω μέσα σε κάτι που δεν το έχω συναντήσει πουθενά αλλού στον κόσμο. Το ίδιο μου λένε και πολλοί άλλοι, φίλοι και συνεργάτες. Νοιώθω ότι έτσι πρέπει να είναι. Αυτή η ιδιαιτερότητα, από μόνη της, αρκεί για να προβληματίσει κάποιον.

Πιστεύω ότι ο ορθός λόγος υπάρχει, είναι εφικτός και είναι σπουδαίος. Πιστεύω ακόμη ότι είναι ιδεολογικά ουδέτερος. Άρα κατάλληλος για χρήση από όλους μας, χωρίς προκαταλήψεις και φοβίες. Μελαγχολώ στην ιδέα ότι ο ορθός λόγος θεμελιώθηκε στην ίδια τη χώρα μας από τον Αριστοτέλη.

Προσπαθώ λοιπόν να ψηλαφίσω τα χαρακτηριστικά του παράλογου λόγου στη χώρα μας. Να τα κατηγοριοποιήσω ως συμπτώματα μάλλον παρά ως αιτιολογία. Να καταθέσω και μερικές σκέψεις για την υπέρβασή τους.

Ο Παράλογος Λόγος είναι κυρίως κείμενο εμπειρικό. Έχει ελάχιστες βιβλιογραφικές; παραπομπές, οι περισσότερες από τον Αριστοτέλη. Βασίζεται σε εμπειρίες αποκτημένες σε πολλές χώρες, στην επικοινωνία με πολλούς ανθρώπους και στις σκέψεις, που εκεί ανάμεσά τους, γεννήθηκαν. Κυρίως όμως βασίζεται στη νοητική και ψυχολογική αντιδιαστολή που τις υπέβαλα, με την εμπειρία της κοινωνικής, επαγγελματικής και πολιτικής ζωής στην Ελλάδα.

 

Wikipedia: Το fractal (ελλ: μορφόκλασμα) είναι ένα γεωμετρικό σχήμα που επαναλαμβάνεται αυτούσιο σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης, κι έτσι συχνά αναφέρεται σαν "απείρως περίπλοκο". Παρουσιάζεται ως "μαγική εικόνα" που όσες φορές και να μεγεθυνθεί οποιοδήποτε τμήμα του θα συνεχίζει να παρουσιάζει ένα εξίσου περίπλοκο σχέδιο με μερική ή ολική επανάληψη του αρχικού.

 

Στα σχήματα των fractals συναντήθηκαν τα μαθηματικά (Mandelbrodt) κι η τέχνη (fractal art, Julia art). Η αναρχία της τέχνης κι η τάξη της επιστήμης. Το απρόβλεπτο και το προβλέψιμο. Το απλό και το περίπλοκο.

 

Καθενός η ζωή είν' ένα fractal. Πιο απλό ή πιο περίτεχνο. Σύντομο ή διαρκείας. Καμιά αντίρρηση, τα fractals έχουν μεγάλη ποικιλία. Σε τούτο μόνο μοιάζουν, όλα: χάνεσαι πρώτα μέσα τους, θαμπώνεσαι, ίσως και τυραννιέσαι, καμιά φορά, μες στις διαδρομές τους. Και μια στιγμή, αργά ή γρήγορα, ανακαλύπτεις ότι έχεις επανέλθει στις πρώτες εικόνες. Στην αρχή, τη δική τους και τη δική σου.

 

Χαμογελάς τότε με το πόσο μικρές είναι οι αληθινές αποστάσεις.

 

==

 

Ο “ελληνικός διπλός, σκέτος” είναι μια σύντομη ιστορία, ένα αληθινό fractal, μετατοπισμένo μόνο στο χρόνο και στο χώρο. Μια ιστορία για τη μεγάλη αυταπάτη: γι' αυτό που χάνεται χωρίς ποτέ να χαθεί, γι΄ αυτό που περιμένει μόνο να φανεί στο επόμενο “ζουμάρισμα”.

 

Ευχαριστώ όλους τους πρωταγωνιστές του, την Άννα, το Χάρη, το Γιώργο. Όλους. Κι όσους βλέπω και σήμερα και τους άλλους. Που χάθηκαν μες στο fractal, χωρίς ποτέ στ΄ αλήθεια να χαθούν. Καλή συνάντηση, ξανά.

Η μανιασμένη συνάντηση, σ' ένα σημείο του χρόνου, του Ορέστη που επιστρέφει, και της Θάλειας που φεύγει. Ο αναπόφευκτος και τραυματικός χωρισμός δυο μυθικά δυνατών ανθρώπων, που η ζωή, ίσως κι οι θεοί, φαίνεται να τους κινούν σ' αντίθετη κατεύθυνση.

Κι ανάμεσά τους, ο κοινός τους φίλος, ο αβέβαιος μα κι ο σοφός, ο ανθρώπινος Χάρης, ο χορός. Που βρίσκεται μέσα στη δίνη της μεγάλης επιστροφής του ύστερου Οδυσσέα (Ορέστης) και της αέναης πορείας του Αλέξανδρου (Θάλεια). Που επιχειρεί να μεσολαβήσει, να δαμάσει και να συμφιλιώσει τη συμπαντική ορμή των τροχιών τους. Που καταφέρνει, μόνος αυτός, να λύσει το αίνιγμα της βροχής.

Πάμε κι ερχόμαστε. Φεύγουμε κι επιστρέφουμε. Σαν τους θεούς. Στον κύκλο της ζωής, στη σκιά του ήλιου.

Αδέσποτο φως! Ανασαίνεις άναρχα μες στη θολή, στην καταχωνιασμένη μνήμη των φωτεινών μας ημερών. Των ημερών που πέρασαν. Των ημερών της παιδικής γαλήνης κι αθωότητας και των εφηβικών ερώτων μας. Η αντάρτικη εφεδρεία μας στον ατέλειωτο αγώνα με το σκοτάδι.

 

Κι η τελευταία ελπίδα για την Ileana για τον Ορέστη. Ζουν στο σκοτάδι, ο καθένας το δικό του. Και μόνο σπάνια, κάποια αχτίδα το διαπερνάει και ξεσηκώνει μια ακαθόριστη αύρα γύρω τους. Για λίγο μόνο, γρήγορα σβήνει κι αυτή κι επιστρέφουν μετά, τυφλοί, στο μεγάλο, σκοτεινό, βασίλειο. Στο απόλυτο έλεος του βασιλιά του σκότους εκεί. Ανίκητος τούτος, κακός και μοχθηρός μια μέρα δεν άντεξε, συννέφιασε, σκυθρώπιασε και τ΄ ομολόγησε.

 

«Δεν ξέρω πότε έρχεται, αν το ήξερα δε θα υπήρχε καν, θα το έσβηνα κι αυτό. Όπως εσύ δεν ξέρεις γιατί βρέθηκες εδώ, έτσι κι εγώ δεν ξέρω πότε έρχεται αυτό το φως».

 

Έτσι του μίλησε μια μέρα του Ορέστη, που χτυπιότανε κι αναρωτιότανε τι έφταιξε, πιο λάθος έκανε και βρέθηκε εκεί, τυφλός, στο σκοτεινό βασίλειό του. Και του συμπλήρωσε μετά, σκληρός, σκοτεινιασμένος. Κι αποφασισμένος να του σβήσει εκείνη την μικρή ελπίδα, που γέννησε η ομολογία του.

 

«Κρατά πολύ λίγο αυτό το φως. Να μην ελπίζεις. Κρατά λίγο και το λεν...το λεν... αδέσποτο φως».

 

Γύρω απ' αυτό το λίγο, το λίγο που κρατά το παράξενο αυτό φως, πλάθεται ο μύθος. Με κορύφωση τη συνάντηση των δυο μεγάλων σκοτεινών αστερισμών, της Ιleana και του Ορέστη, και την τεκτονική σύγκρουση ανάμεσά τους. Μέ το ανέβασμα και των δυο τους, στο σταυρό. Μέχρι να κατέβουν απ' αυτόν, να δουν το μεγάλο φως, πια. Πάνω σε μια τροχιά, σαν εκείνη της Ανάστασης του Χριστού.

 

Η Ileana υπήρξε μια απλή φίλη, που δεν την είχα ποτέ συναντήσει, αλληλογραφούσαμε μονάχα. Η Ileana χάθηκε τραγικά στον αγώνα της για ελευθερία και φως.

 

Σκόπιμα τη σκέφτηκα αλλιώτικη τούτη την Ileana εδώ. Στο περίβλημα όμως μονάχα, που δεν έχει και τόση σημασία όσο άθλιο και να φαντάζει στο μάτι το πρόχειρο. Κράτησα στον πυρήνα της το ίδιο πάθος που είχε και η άλλη. Και την έβαλα τώρα νικήτρια, στον κατακόκκινο και καταφώτεινο δρόμο του ήλιου.

 

Ας της το πει αυτό, της άλλης Ileana, αν τη συναντήσει πουθενά.

Στο Γκάζι σήμερα σήμερα θα νιώσει κανείς μια αύρα ευζωίας να ξεπηδάει μέσ' απ' τα μοντέρνα εστιατόρια, τους ζωντανούς ρυθμούς των μπαρ, τα χαρούμενα πρόσωπα, τις εξαίσιες μουσικές και τα δυνατά φώτα. Αν όμως δει δίπλα δίπλα το Γκάζι σήμερα κι αυτό που υπήρχε πριν από 50 χρόνια μένει με μια πικρή γεύση. Κάτι το στενάχωρο αναδεύει τώρα η αντιδιαστολή των δύο αυτών κόσμων.

Τι είναι αυτό το δυσάρεστο που γεννά η αντιπαράθεση του δύσκολου παλιού και του λαμπερού σημερινού; Της παραγωγής του παρελθόντος και της αποβιομηχάνισης και κατανάλωσης του παρόντος;

* * *

Εστιάζει αλλιώς ο φακός, γίνεται πιο ευρυγώνιος στο χρόνο. Αυτό είναι. Χωράει όλη την εικόνα, όχι μονάχα τη λαμπερή στιγμή. 

 

Κι η μεγάλη εικόνα δεν είναι καλή. Έχει ανεργία, φτώχεια, περιθωριοποίηση της χώρας κι εγκλωβισμό της σε διαχρονικά και νεόκοπα φοβικά κι απομονωτικά σύνδρομα. Και παχιά, “ηρωικά” κι ανυπόφορα, λόγια, για γαρνιτούρα.

Φαντάζει πια η σημερινή εικόνα μετέωρη κι αβέβαιη. Τ' απατηλό, μεταπολιτευτικό, όνειρο για μια δοτή, μια δανεισμένη κι όχι κερδισμένη, κατανάλωση, με λειψές προϋποθέσεις παραγωγής.

 

Kαι πιο πίσω διακρίνεται ο ψυχικός και ηθικός εκπεσμός που χρειάζεται για να φτάσεις σ' αυτό το σημείο. Να προτιμάς δηλαδή την κατανάλωση απ' τη δημιουργία. Περισσότερο από απατηλό το όνειρο υπήρξε φτηνό κι ανάξιο. Κι αυτό είναι που κυρίως δεν αντέχεται και κάνει κάτι μέσα μας να εξεγείρεται.

 

Ίσως όλα αυτά δεν έγιναν μόνο στη μεταπολίτευση. Ίσως ξεκίνησαν παλιότερα, ίσως φταίνε κι εξωτερικοί παράγοντες. Δεν είναι αυτό όμως που κυρίως έχει σημασία.

* * *

Ας βάλουμε το αύριο δίπλα στο χθες και στο σήμερα. Σε μια τρίτη, δική μας εικόνα, κρατώντας κοινό σε όλες μόνο το καθαρό Αττικό φως. Ας τη συνθέσει ελεύθερα ο αναγνώστης στη φαντασία του. Μπορεί να είναι μια μικρή start- up, ένα εργαστήρι γλυπτικής, μια συνεταιριστική βιοτεχνία, μια έξυπνη ξενοδοχειακή μονάδα, μια πρότυπη υδροπονική καλλιέργεια, ένας αθλητικός χώρος ανοικτός για τις αναπηρίες, ένα κέντρο εκπαίδευσης και φιλοσοφίας, ένα παράρτημα μιας πολυεθνικής, μια πειραματική σκηνή μεσογειακής μουσικής, ένα ερευνητικό κέντρο. Διαλέξτε ελεύθερα από μια ατέλειωτη σειρά επιλογών και μια διεθνική ουρά ανυπόμονων υποψηφίων.

 

Φτιάξτε μόνοι σας την τρίτη εικόνα, αυτή που λείπει. Κι ας είναι ξανά μια εικόνα δημιουργίας.

 
 
 
 
 
 
 
© 2020